Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020
Πέμπτη, 27 Ιούνιος 2019

Η οργάνωση του Κυνηγιού

  • Οργάνωση και ανάπτυξη του κυνηγιού στην Ελλάδα

    «Η Νομοθεσία περί Θήρας που ισχύει σήμερα, χρονολογείται από την προπολεμική εποχή και δεν καλύπτει τις σημερινές αξιώσεις περί του τρόπου ασκήσεως του κυνηγίου».
    (Μπλατσούκας 1960, Δασικά Χρονικά)

    Των Περικλή Μπίρτσα – Δρ Δασολόγου θηραματολόγου,
    Χρήσου Σώκου – Δασολόγου θηραματολόγου
    Γεωργίου Δέλλιου – Επ. Καθηγητή Νομικής Σχολής Α.Π.Θ.

    14.1. Εισαγωγή

    Η θήρα αποτελεί παραδοσιακή δραστηριότητα που, σήμερα, ασκείται μέσα σε πλαίσια που θέτει η επιστήμη της θηραματολογίας. Πρέπει να τονιστεί ότι η ορθολογική διαχείριση των πληθυσμών των θηραμάτων και του κυνηγίου συμβάλλει στην προστασία όλων των ειδών της άγριας πανίδας. Επιπλέον, για να υπάρχει θηρευτικό ενδιαφέρον σε μια περιοχή πρέπει να εφαρμόζεται συνετή διαχείριση των ανανεώσιμων φυσικών πόρων που συνθέτουν το οικοσύστημα, ώστε οι θηραματικοί πληθυσμοί να είναι εύρωστοι και να παράγουν θηρεύσιμα πλεονάσματα.
    Η Οδηγία της Ε.Ε. 79/409 για την προστασία των άγριων πτηνών, η σύμβαση της Βέρνης για τη διατήρηση της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος της Ευρώπης, η Σύμβαση Ramsar για τους διεθνούς ενδιαφέροντος υγροτόπους και η σύμβαση της Βόννης για τα μεταναστευτικά είδη, αναφέρονται στη θεμελιώδη αρχή της συνετής χρήσης. Πουθενά δεν γίνεται λόγος για απαγόρευση χρήσεων παρά μόνο για ρύθμισή τους.
    Το Συμβούλιο της Ευρώπης αναγνωρίζει τη σημασία της θήρας στις αγροτικές περιοχές (κανονισμός 882/1987 – on the importance of shooting for Europe’s rural areas), ενώ το ΥΠΕΧΩΔΕ αποδέχεται ότι «… εάν το κυνήγι είχε θεωρηθεί ως καταρχήν ασυμβίβαστη χρήση με τους σκοπούς του δικτύου “Natura 2000”, οι σχετικές Οδηγίες (79/409 και 92/43) θα το είχαν απαγορεύσει ρητώς…».
    Ειδικοί επιστήμονες σε συνέδριο για τις περιοχές του δικτύου “Natura 2000” που πραγματοποιήθηκε στο Bath της Μ. Βρετανίας, συμπέραναν ότι «…η δραστηριότητα του κυνηγίου είναι συμβατή με την προστασία μιας περιοχής αρκεί να υπόκειται σε χρονικούς και χωρικούς περιορισμούς». Τέτοιοι περιορισμοί αφθονούν στη χώρα μας, σε βαθμό μάλιστα που εύστοχα ο καθηγητής κ. Ντάφης, σε συνάντηση εργασίας στην Περιφέρεια Θεσσαλίας τον Ιούνιο του 2003 επισήμανε ότι «.. το κυνήγι δεν πρέπει υποχρεωτικά να απαγορεύεται σε ζώνες προστασίας…».
    Στο άρθρο αυτό, εξετάζονται οι παράμετροι που θα συντελέσουν στην ανάπτυξη του κυνηγίου και της ορθολογικής διαχείρισης της άγριας πανίδας στην Ελλάδα.

    14.2 Υφιστάμενη οργάνωση του κυνηγιού στην Ελλάδα

    Η Θηραματοπονία στην Ελλάδα αποτελεί έναν από τους κλάδους της Δασοπονίας. Την ευθύνη για την ανάπτυξη της δραστηριότητας του κυνηγίου και τη χάραξη της θηρευτικής πολιτικής την έχει η Δασική Υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Την αρμοδιότητα για το σχεδιασμό και την υλοποίηση στρατηγικών για το κυνήγι και τη διαχείριση των θηραμάτων και των ενδιαιτημάτων τους στην Ελλάδα την έχει η Δ/νση Αισθητικών Δασών Δρυμών και Θήρας. Η ουσιαστική ευθύνη βέβαια της εφαρμογής της πολιτικής και της νομοθεσίας για το κυνήγι ανήκει στην αρμοδιότητα των Περιφερειακών Δασικών Υπηρεσιών (Περιφερειακές Διευθύνσεις Δασών, Διευθύνσεις Δασών Νομών, Δασαρχεία). Σήμερα υπάρχουν 83 Δασαρχεία, διάσπαρτα σε όλη τη χώρα, που αποτελούν τις βασικές μονάδες εφαρμογής της πολιτικής και της νομοθεσίας για τα δάση και το φυσικό περιβάλλον. Σε κάθε δασαρχείο υπάρχει Γραφείο Θήρας που έχει ως σκοπό τη διαχείριση και προστασία των θηραματικών ειδών και των ενδιαιτημάτων τους και είναι στελεχωμένο με δασολόγο ή δασοπόνο. Δυστυχώς όμως τις περισσότερες φορές αυτός δεν είναι ειδικά εκπαιδευμένος και ενημερωμένος σε θέματα κυνηγίου, ενώ παράλληλα ασχολείται και με άλλες εργασίες εκτός αυτών που εξυπηρετούν τους σκοπούς του Γραφείου Θήρας.
    Σε ειδική αναφορά για τη θήρα στην Ελλάδα του ειδικού εμπειρογνώμονα του FAO κ Pringale, απεσταλμένου του Ειδικού Ταμείου Ηνωμένων Εθνών το 1972, αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «… Οι Δασικές Υπηρεσίες εκτελούν αυτή την εργασία με συνείδηση και δυναμισμό, αλλά η αποτελεσματικότητα των ενεργειών τους, στον τεχνικό σχεδιασμό, θα ήταν βέβαια μεγαλύτερη εάν, τόσο οι Δασολόγοι όσο και οι Προϊστάμενοι των Υπηρεσιών, είχαν επαρκείς γνώσεις βιολογίας των θηραμάτων και των αναγκών τους, το οποίο συμβαίνει μόνο για μια μικρή μειονότητα. Το πιο πάνω προσωπικό δεν λαμβάνει επαρκή μόρφωση στον τομέα αυτό, πράγμα το οποίο είναι αναμφίβολα λυπηρό».
    Σήμερα λειτουργούν 22 δημόσια εκτροφεία θηραμάτων στα οποία παράγονται κατά μέσο όρο 120.000 φτερωτά και 2.000 τριχωτά θηράματα. Αυτά σε καμία περίπτωση δεν πληρούν τις προδιαγραφές για εγκατάσταση νέων πληθυσμών, παρά μόνο για άμεση θήρευση με το σύστημα “put and take”. Επίσης έχουν ιδρυθεί Καταφύγια Άγριας Ζωής που καλύπτουν σημαντική έκταση της επικράτειας και 8 κρατικά ελεγχόμενες κυνηγετικές περιοχές οι οποίες καλύπτουν έκταση μεγαλύτερη των 1.300.000 στρεμμάτων που « …αποτελούν κρατικοδίαιτες παθητικές επιχειρήσεις, ενώ οι υπηρεσίες που προσφέρουν στους κυνηγούς είναι χαμηλής ποιότητας».
    Στην Ελλάδα το θήραμα ανήκει σε αυτόν που το συλλαμβάνει και όχι στον ιδιοκτήτη της γης, ενώ το δικαίωμα θήρας αποκτάται με την έκδοση ετήσιας άδειας που μπορεί να ισχύει για έναν νομό ή για μια κυνηγετική περιφέρεια ή για όλη την επικράτεια.
    Δυστυχώς η έλλειψη πολιτικής βούλησης για συνέχιση και ενδυνάμωση της πολύτιμης προσφοράς της Δασικής Υπηρεσίας και η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού για την ανάπτυξη του κυνηγίου στην Ελλάδα οδήγησαν την Υπηρεσία αυτή σε σταδιακή απογύμνωση από προσωπικό και στόχους, ενώ ταυτόχρονα ανάγκασαν τις κυνηγετικές οργανώσεις να αναλάβουν πρωτοβουλίες τόσο στο πεδίο της φύλαξης, όσο στα επίπεδα της έρευνας, του σχεδιασμού και της υλοποίησης διαχειριστικών σχεδίων.
    Η σημερινή κατάσταση των κρατικών υπηρεσιών και ερευνητικών κέντρων στον τομέα του κυνηγίου (εκτός των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων) μπορεί δικαιολογημένα να θεωρηθεί ελλιπής διότι ελάχιστοι ασχολούνται με τη διαχείριση της κυνηγίου και των θηραμάτων. Χαρακτηριστικό είναι ότι από τους περισσότερους θεωρείται, εσφαλμένα, ότι η προστασία ειδών και περιοχών μπορεί να υποκαταστήσει το στρατηγικό σχεδιασμό και τη διαχείριση.
    Η σημερινή κατάσταση στον τομέα της απασχόλησης ειδικών σε θέματα θήρας στα Ερευνητικά Κέντρα που συνεργάζονται με το Υπ. Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων και στις αρμόδιες Υπηρεσίες έχει σε γενικές γραμμές ως εξής:
    • Στο ΕΘΙΑΓΕ - Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών Θεσσαλονίκης απασχολείται ένας ερευνητής στον τομέα της ορνιθολογίας και όχι ειδικά στη διαχείριση της θηραματοπανίδας και της θήρας.
    • Η Διεύθυνση Αισθητικών Δασών – Δρυμών και Θήρας δεν διαθέτει στις τάξεις της δασολόγο ειδικευμένο σε θέματα θηραματοπονίας.
    • Τα Γραφεία Θήρας των Δασαρχείων τις περισσότερες φορές στελεχώνονται με μη επαρκώς εκπαιδευμένους, σε σύγχρονα θέματα θηρευτικής διαχείρισης δασολόγους ή δασοπόνους, χωρίς επιπλέον να λαμβάνεται μέριμνα για διαρκή εκπαίδευση και επιμόρφωση.

    14.3. Οι κυνηγετικές οργανώσεις και ο ρόλος τους στη διαχείριση του κυνηγιού

    Οι κυνηγετικές οργανώσεις στην Ελλάδα από τις αρχές του 20ού αιώνα διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην προστασία της φυσικής μας κληρονομιάς. Τα επονομαζόμενα «Κυνηγετικά Σωματεία» με το Δασικό Κώδικα του 1929 αποκτούν ενιαία καταστατικά λειτουργίας και τίθενται κάτω από τον έλεγχο και την επίβλεψη του Υπουργείου Γεωργίας (καθεστώς που σε γενικές γραμμές διατηρείται ως σήμερα). Την εποχή εκείνη μετά από πιέσεις των κυνηγετικών Οργανώσεων: προσλαμβάνονται φύλακες θήρας με ευρύτερες αρμοδιότητες προστασίας, προστατεύονται είδη που κινδύνευαν, τίθενται αυστηρότατοι κανόνες για το κυνήγι, απαγορεύεται η θανάτωση και εμπορία προστατευόμενων ειδών και ιδρύονται θηρευτικά πάρκα – οι πρώτες προστατευόμενες περιοχές. Έτσι οι κυνηγοί κατακτούν δίκαια στην κοινωνία, τον χαρακτηρισμό τους ως του πρώτου «λόμπυ» που προστατεύει το περιβάλλον.
    Οι κυνηγετικές οργανώσεις απέκτησαν τη σημερινή τους μορφή το 1969 μετά από Νομοθετικό Διάταγμα. Από τότε ιδρύθηκαν σταδιακά και λειτουργούν έως σήμερα 250, περίπου, κυνηγετικοί σύλλογοι, διάσπαρτοι σε όλη τη χώρα, οι οποίοι υπάγονται στη δικαιοδοσία 7 Ομοσπονδιών (μια για κάθε κυνηγετική περιφέρεια) που με τη σειρά τους συγκροτούν την Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδας (ΚΣΕ). Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται πλέον ένα δίκτυο οργανώσεων ελεγχόμενων από την Πολιτεία, με κοινά καταστατικά λειτουργίας και κοινό σκοπό, που δεν είναι άλλος από την προστασία και ανάπτυξη του θηραματικού πλούτου της χώρας.
    Τα τελευταία χρόνια σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της θηραματοπονίας στην Ελλάδα διαδραματίζει η Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδας (ΚΣΕ) και οι λοιπές κυνηγετικές οργανώσεις. Η ΚΣΕ έχοντας ως βασική αρχή την αειφορική χρήση των θηραματικών πόρων, με τη βοήθεια ειδικών συνεργατών, σχεδίασε και ήδη υλοποιεί προγράμματα που έχουν ως στόχο την καταγραφή της υφιστάμενης κατάστασης και την ορθολογική διαχείριση του κυνηγίου, των θηραματικών ειδών και των ενδιαιτημάτων τους. Τα κυριότερα από αυτά είναι: α) το πρόγραμμα «ΑΡΤΕΜΙΣ» που έχει ως στόχο την εκτίμηση της ετήσιας κάρπωσης θηραμάτων, β) το πρόγραμμα βελτίωσης ενδιαιτημάτων που αποσκοπεί στην εξασφάλιση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης και ανάπτυξης των πληθυσμών των ειδών της άγριας πανίδας, γ) το πρόγραμμα εκτίμησης της φαινολογίας της μετανάστευσης των θηρεύσιμων αποδημητικών ειδών δ) το πρόγραμμα «ΑΡΤΕΜΙΣ ΙΙ» με σκοπό να συλλέξει ειδικές ποιοτικές πληροφορίες όπως η ηλικιακή κατανομή των θηρεύσιμων ειδών, η αναλογία θηλυκών – αρσενικών κ.α. που θα βοηθήσουν στην ορθολογική διαχείριση των ειδών , των ενδιαιτημάτων και της θήρας τους και ε) πρόγραμμα εκπόνησης σχεδίων δράσης για τα σπουδαιότερα επιδημητικά θηράματα. Το μεγαλύτερο όμως επίτευγμα της ΚΣΕ είναι ότι από το 2000 οργανώθηκε και λειτουργεί, με χρηματοδότηση των κυνηγών και ευθύνη των κυνηγετικών οργανώσεων, το Σώμα της Ομοσπονδιακής Θηροφυλακής στελεχωμένο με 255 θηροφύλακες από τους οποίους αρκετοί είναι δασοπόνοι και δασολόγοι. Στις κυνηγετικές οργανώσεις απασχολείται επίσης σε μόνιμη βάση μεγάλος αριθμός επιστημόνων (δασολόγων, γεωπόνων, δασοπόνων, βιολόγων) που λειτουργούν ως ειδικοί συνεργάτες και υποστηρίζονται από νομικούς, τεχνικούς και λοιπά διοικητικά στελέχη.
    Χρέη επιστημονικών συνεργατών εκτελούν περιστασιακά και οι δασοπόνοι και δασολόγοι που προσλήφθηκαν ως Ομοσπονδιακοί Θηροφύλακες. Οι Ομοσπονδιακοί Θηροφύλακες ενημερώνονται και εκπαιδεύονται διαρκώς και αξιοποιούνται ως συνεργάτες στα προγράμματα των κυνηγετικών οργανώσεων, ενώ ταυτόχρονα ενημερώνουν τους κυνηγούς και την κοινή γνώμη, βοηθούν στην ευαισθητοποίηση και ενημέρωση των μαθητών και συμμετέχουν σε δράσεις και προγράμματα συνεργαζόμενων Φορέων και Υπηρεσιών (Δασικές, Κτηνιατρικές Υπηρεσίες κ.λπ.) .

40000

ΚΥΝΗΓΟΙ

63

ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΟΙ ΣΥΛΛΟΓΟΙ

62

ΘΗΡΟΦΥΛΑΚΕΣ

8

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

2

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ

1

ΠΑΘΟΣ

Powered by | Copyright 2020 © • Κυνηγετική Ομοσπονδία Μακεδονίας Θράκης

MENU